Την εκρηκτική κατάσταση που επικρατεί στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου φέρνει στη Βουλή ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ Γεώργιος Ρούντας, καταθέτοντας κοινοβουλευτική ερώτηση προς τον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη για τη δραματική υποστελέχωση και τη συνεχή υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας στην περιοχή.
Όπως επισημαίνεται στην ερώτηση, το νοσοκομείο βρίσκεται σε κατάσταση λειτουργικής αποσύνθεσης, με κρίσιμες δομές να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η Μονάδα Εντατικής Θεραπείας έχει αναστείλει πλήρως τη λειτουργία της, καθώς δεν υπηρετεί πλέον κανένας μόνιμος εξειδικευμένος ιατρός, αφήνοντας ακάλυπτους τους βαριά πάσχοντες ασθενείς.
Σοβαρά προβλήματα καταγράφονται και στο Ακτινολογικό Εργαστήριο, όπου υπηρετεί μόλις μία μόνιμη ακτινολόγος, ενώ εξετάσεις γνωματεύονται εξ αποστάσεως λόγω έλλειψης προσωπικού. Αντίστοιχα ασφυκτική είναι η κατάσταση στην Παθολογική Κλινική, όπου τρεις μόνο παθολόγοι καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά δεκάδες νοσηλευόμενους ασθενείς.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στην Παιδιατρική Κλινική, η οποία λειτουργεί με μόλις τρεις παιδιάτρους που εξαναγκάζονται σε συνεχείς υπερεφημερεύσεις, με τον κίνδυνο αναστολής λειτουργίας να βρίσκεται πλέον προ των πυλών. Παράλληλα, το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών λειτουργεί οριακά, με ελάχιστο μόνιμο προσωπικό και αυξανόμενες ανάγκες.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ τονίζει ότι από τις 81 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις, καλυμμένες είναι μόλις οι 45, ενώ ο οργανισμός λειτουργίας του νοσοκομείου παραμένει παρωχημένος και ακατάλληλος για τις σημερινές ανάγκες της Κορινθίας.
Με την ερώτησή του ζητά από το Υπουργείο να προχωρήσει άμεσα στην κάλυψη όλων των κενών θέσεων, να αποκαταστήσει τη λειτουργία κρίσιμων τμημάτων, να θεσπίσει ουσιαστικά κίνητρα για την προσέλκυση ιατρών και να αναμορφώσει το οργανόγραμμα του νοσοκομείου.
Η εικόνα που παρουσιάζει το Νοσοκομείο Κορίνθου συνιστά σοβαρή προειδοποίηση για την πορεία του δημόσιου συστήματος υγείας ενώ οι πολίτες της περιφέρειας δεν πρέπει να λογίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.